Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Τον πιάσαμε τον Μάη

Όταν θες να πιάσεις τον Μάη πας στην εξοχή. Συμφωνούμε όλοι? Μαδάς λουλουδάκια, φτιάχνεις στεφάνι και κάθεσαι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο στη σκιά του. Στη σκιά του. Το τονίζω. 

Όπως όλοι, έτσι και εμείς θέλαμε να πάμε χθες μια βόλτα στην εξοχή. Θα ήμασταν μεγάλη παρέα οπότε άντε να συνεννοηθούμε. Πάμε στο Τατόι, λέει ο ένας. Μπα θα γίνεται της κακομοίρας λέει ο άλλος. Πάμε στο Πάρκο Τρίτση λέει ο άλλος. Μπα θα έχει πάει και η κουτσή Μαρία λέει ο παράλλος. Πάμε στην Καισαριανή πετάγεται και λέει κάποιος άλλος. Πώς θα περάσουμε από το κέντρο, θα είναι κλειστό , αντικρούει αμέσως ένας άλλος. Πάμε προς παραλία λέω εγώ. Ναι, εξαιρετική ιδέα, κανένας άλλος δε θα το έχει σκεφτεί, απαντάνε όλοι μαζί. Και όχι δεν με ειρωνευόταν. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε προς παραλία για πικ νικ. Φτιάξαμε τα κεφτεδάκια μας, τα τυροπιτάκια, μας, τις λιχουδιές μας, πήραμε ψάθες, νερά, αναψυκτικά και ξεκινήσαμε. Είχα ονειρευτεί καρό τραπεζομάντιλο κάτω από ένα δέντρο και από μακριά να ακούγεται ο παφλασμός των κυμάτων. Κατά πως φάνηκε το ίδιο είχαν ονειρευτεί πολλοί.

Κάναμε 2,5 ώρες να φτάσουμε στην Βάρκιζα. Σταματημένοι στην κίνηση να πηγαίνουμε σημειωτόν. Ο ένας να κατουριέται, η άλλη να διψάει, η άλλη να πεινάει. Και όλοι μαζί να γκρινιάζουν. Όχι όλοι μαζί. Μόνο όσοι ήταν στο δικό μου αυτοκίνητο. Συνολικά ήμασταν τρία αυτοκίνητα αλλά εγώ έτυχα να πάω με τον γκρινιάρη οδηγό. Ο κακόμοιρος οδηγάει κάθε μέρα 2 ώρες για να πάει στη δουλειά του. Οπότε το μόνο πράγμα που μας είχε πει πριν ξεκινήσουμε είναι ότι δε θέλει να οδηγήσει πολύ. Δύο ώρες μετά χτύπαγε το κεφάλι του στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Κυριολεκτικά. Μας κοιτούσαν από τα δίπλα αυτοκίνητα και γελούσαν. Έβλεπε στην άκρη του δρόμου μια συστάδα δέντρων και έλεγε "να εδώ είναι πολύ ωραία, εδώ να στρώσουμε". Στις 2  ώρες και ένα τέταρτο σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά σε ένα παράδρομο και αρνούνταν να ξαναμπεί μέσα. Σταμάτησαν και τα άλλα αυτοκίνητα της παρέας και γελούσαν μαζί του. Αυτόν τον είχε πιάσει αμόκ, να λέει ότι δεν οδηγάει ούτε ένα λεπτό ακόμα και οι άλλοι να γελάνε και να προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Οπότε τι κάνεις σε μια τέτοια κατάσταση? Ανοίγεις το πορτμπαγκάζ, βγάζεις ένα σαντουιτσάκι και αρχίζεις να το τρως. Με είχε κόψει η πείνα ρε παιδιά τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού λοιπόν έφαγα το σαντουιτσάκι μου, και άκουσα όλη την στιχομυθία της γκρίνιας, έβγαλα άλλο ένα σαντουιτσάκι και το έδωσα στον γκρινιάρη οδηγό. Τελικά η ηρεμία περνάει από το στομάχι. Ο γκρινιάρης οδηγός δέχτηκε να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο αλλά με την προϋπόθεση ότι θα κάτσουμε στην πρώτη παραλία που θα βρούμε.

Η πρώτη παραλία που βρήκαμε ήταν όμορφη αλλά δεν είχε ούτε μισό δεντράκι. Ευτυχώς μια φίλη μου (που την κορόιδευα κιόλας για αυτό) είχε προνοήσει και είχε πάρει μαζί της δυο ομπρέλες. Οπότε τις ανοίξαμε, στρώσαμε τα κιλίμια μας, αραδιάσαμε τα φαγητά μας και τελικά περάσαμε όμορφα. Τόσο όμορφα που δεν θέλαμε να φύγουμε και κάτσαμε στην παραλία 6 ώρες. Μη ξεχνιόμαστε, 6 ώρες σε μια παραλία χωρίς σκιά, με δυο ομπρέλες για 12 άτομα και χωρίς προοπτική να βουτήξουμε στη θάλασσα.

Κατά τις οχτώ είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, εμείς είχαμε μαζέψει βιταμίνη D για 10 ζωές και έτσι φύγαμε. Μόλις γύρισα σπίτι έκανα ένα μπανάκι και ξάπλωσα για πέντε λεπτάκια στο κρεβάτι. Ξύπνησα σήμερα το πρωί. Αφού σηκώθηκα από το κρεβάτι με τα χίλια ζόρια, κοιτάζομαι στο καθρέφτη του μπάνιου και παρατηρώ ότι η δεξιά πλευρά του προσώπου μου έχει γίνει πουά με κόκκινες βούλες. Plus ένα ελαφρύ πρηξιματάκι. Ξυπνάω κατευθείαν τον Θ να με δει για να μου πει εάν είμαι σοβαρά και εάν είμαι σε κατάσταση να εργαστώ (ήλπιζα να μου πει κοιμήσου), εκείνος με κοιτάει με τα αγουροξυπνημένα του μάτια με ρωτάει εάν έφαγα κάτι που με πείραξε και μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του. Μετά από δέκα λεπτά τον ξαναξυπνάω για να τον ρωτήσω εάν το κάλυψα με το μακιγιάζ και μου λέει "Έλα ρε συ, γιατί με ξύπνησες πάλι? Είχα παραγγείλει και πάνω που θα ερχόταν το delivery". Έχει αρχίσει δίαιτα και έχει πέσει πείνα και των γονέων. Ο πεινασμένος delivery ονειρεύεται.