Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Ας τα πάρουμε από την αρχή...

Και ναι ούτε εγω δε ξέρω πόσους μήνες μου πήρε να γράψω ανάρτηση.Μια βαρεμάρα με έχει πιάσει και δε με αφήνει! Ακόμα και να διαβάσω τα νέα σας βαριέμαι. Διαβάζω μόνο όσους κάνετε ποστ σε facebook! Τι να πω... Ο blogger θα με εκδικηθεί κάποια στιγμή! Βασικά το πρόβλημα μου είναι ότι είχα στο μυαλό μου να γράψω για το γάμο. Και όταν εγώ έχω κάτι στο μυαλό μου σα θέμα τότε κολλάω και δε γράφω τίποτα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Από την πολύ αρχή...

Επεισόδιο 1: Η γνωριμία

Βρισκόμαστε πίσω στο σωτήριο έτος 2007. Έχω μόλις τελειώσει τη σχολή, έχω παντρέψει την αδερφή και έχω βρει και μια καλή δουλειά. Οπότε τι μου μένει? Να γνωρίσω ένα καλό παιδί να νοικοκυρευτώ! Εάν είναι δυνατόν να είναι από τη δουλειά, και να είναι και στέλεχος. Τουλάχιστον έτσι μου λέγανε θείες και θείοι. Γνωρίζω λοιπόν και εγώ ένα παιδί. Μα τι παιδί! Καλό παιδί δεν τον λες αλλά είχε πλάτες δυο μέτρα και γροθιά σκληρή σαν πέτρα. Από τη δουλειά δεν ήτανε αλλά υπηρετούσε με δόξα και τιμή στον ελληνικό στρατό. Στέλεχος δεν ήτανε αλλά μόλις τελείωνε τις σπουδές του θα γινόταν. Σε μόλις 5-6 χρόνια! Αλλά και πάλι προτρέχω.Που είχαμε μείνει? Α, ναι. Στο Νοέμβριο του 2007.

Είχαν έρθει δυο φίλοι από επαρχία και είχαμε κανονίσει μεγάλη παρέα να βγούμε. Εγώ βαριόμουν τρομερά και εάν δεν είχαν έρθει τα παιδιά από μακριά δεν έπαιζε να έβγαινα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Σιγά,σιγά όμως άρχισα να ετοιμάζομαι. Φόρεσα ένα φόρεμα που δε μου άρεσε καθόλου αλλά μου το είχε κάνει δώρο μια φίλη μου στα γενέθλια μου. Εκείνο το βράδυ θα ήταν και αυτή οπότε λέω δε φοράω αυτό να το δει και να χαρεί? Έτσι και αλλιώς μεταξύ μας θα 'μαστε. Φοράω λοιπόν το φόρεμα που δε μου αρέσει και περιμένω να έρθουν να με πάρουν με το αυτοκίνητο. Έρχονται και βλέπω ότι είναι ήδη πέντε μέσα στο αυτοκίνητο. "Έλα μωρέ χωράς, αδύνατη είσαι. Θα σε πάρω στα πόδια μου" μου λένε και μπαίνω στο αυτοκίνητο (ελπίζω να μην είναι κάποιος από εσάς της τροχαίας Αττικής). Κάθομαι αναπαυτικά στα πόδια κάποιου, έχω στριμώξει το κεφάλι μου ανάμεσα στην οροφή και το παράθυρο ενώ ταυτόχρονα σκύβω γιατί τα φουντωτά σγουρά μαλλιά μου ενοχλούν τον οδηγό. Το ταξίδι του μαρτυρίου είχε μόλις ξεκινήσει και υπολόγιζα ότι είχαμε τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να πάμε Μαρούσι. Σε κάποια φάση ακούω τον οδηγό να λέει πώς στο πίσω αυτοκίνητο ήταν ο Σταμάτης (φίλος που θα συναντιόμασταν στο Μαρούσι). "Πόσοι είναι μέσα στο αυτοκίνητο?" ρωτάω αμέσως. "Τρεις" μου απαντάει. "Σταματήστε να κατέβω" λέω και ανοίγω την πόρτα στο πρώτο φανάρι που βρήκαμε! Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο όλο νάζι, κάνω μια χορευτική- καραγκιοζίστικη φιγούρα που είναι αδιανόητο να εξηγηθεί γραπτώς (εκεί νομίζω ότι τον έριξα) και μπαίνω στο αυτοκίνητο. Κοιτάζω τον οδηγό βλέπω τον Σταμάτη, κοιτάζω δίπλα μου βλέπω τη κοπέλα του, κοιτάζω το συνοδηγό και δεν είναι ο αδερφός του Σταμάτη. Όπα ποιος είναι αυτός που με κοιτάει και γελάει? 

"Χριστίνα" του λέω. "Θ" μου απαντάει... Καρδούλες, καρδούλες , καρδούλες....

"Στρίψε από εδώ, όχι μην πας δεξιά έχει αδιέξοδο σε τρεις διασταυρώσεις" έλεγε ο Θ οπότε για να πιάσω κουβέντα τον ρωτάω "εδώ μένεις? Τη ξέρεις πολύ καλά την περιοχή". Δεν ήξερα η έρμη ακόμα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε καταπιεί το GPS όταν ήταν μικρός! "Όχι δουλεύω ταξί τα βράδια" μου απαντάει απότομα και χαζογελάει με τον Σταμάτη. Τι βλάκας σκέφτηκα και δε του ξαναμίλησα. Πάμε σε ένα μαγαζί βρίσκουμε μια μπάρα και καθόμαστε. Το μαγαζί τίγκα... Να μην χωράς να κάτσεις. Εγώ είχα κουραστεί, δεν άντεχα και τον τόσο πολύ κόσμο οπότε έπιασα μια γωνιά. Άπλωσα το χεράκι μου, ακούμπησα σε κάτι μαλακό και άρχισα να το χαϊδεύω. Μετά από λίγη ώρα βλέπω έναν κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη να μου χαμογελάει πονηρά. Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που ακουμπάω τόση ώρα δεν είναι η μπάρα αλλά το χέρι του κοντούλη, χοντρούλη, καραφλούλη. Ευτυχώς εκείνη την ώρα λέει μια φίλη μου "μήπως να φύγουμε? Είναι ασφυκτικά εδώ μέσα". "Σας παρακαλώ..."τους απάντησα και φύγαμε. Ο κοντούλης, χοντρούλης, καραφλούλης ακόμα θα αναρωτιέται για εκείνη την κοπέλα που του χάιδευε το χέρι στο ξεκούδωνο ένα βράδυ σε ένα μπαρ!

Μετά πήγαμε σε ένα άλλο μαγαζί που ήταν ήσυχα. Βρήκαμε να κάτσουμε και όλως τυχαίως ο Θ  ήρθε και κάθισε δίπλα μου... Μιλούσαμε όλο το βράδυ και παραδόξως δεν ήταν τόσο σπαστικός όσο έδειχνε στο αυτοκίνητο.  Η ώρα είχε πάει τέσσερις και είπαμε να φύγουμε. Βγαίνουμε από το μαγαζί και τον ακούω που συζητάει με τον Σταμάτη για το που θα τον αφήσει για να πάρει το αυτοκίνητο ο Θ. Οκ λέω εάν γουστάρει θα πει να με πάει σπίτι. Αντ' αυτού έρχεται ένας "φίλος" και μου λέει ότι θα με γυρίσει αυτός σπίτι. "Δεν πειράζει του λέω, δε χρειάζεται", "Όχι, όχι θα σε πάω εγώ" επέμενε αυτός και μου ερχόταν να τον βαρέσω! Πώς γίνεται να επιμένεις αφού όλο το βράδυ μιλάω με άλλον?? Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Θ να με κοιτάει ξενερωμένος. Στο τέλος καληνυχτιζόμαστε και φεύγουμε! Χωρίς να αλλάξουμε τηλέφωνα, χωρίς να με γυρίσει σπίτι. Στο αυτοκίνητο ο "φίλος" μου λέει "Ρε σόρρυ. Σου έκανα χαλάστρα?". Σωωωώπα καημένε! Μην το συζητάς! Από που και ως που?

Για την ιστορία να σας πω ότι του Θ του πήρε 6 μήνες για να τον πείσω ότι εγώ με αυτόν δεν είχαμε κάνει τίποτα και ότι όλη αυτή η συμπεριφορά του πληγωμένου πρώην ήταν απλή ζήλια του "φίλου".

Τέλος πρώτου επεισοδίου.